011515_adhdkids_body

Η Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα

Χαρακτηριστικά όπως η ενεργητικότητα και η κινητική δραστηριότητα εκδηλώνονται συχνά σε παιδιά μικρής ηλικίας και θεωρούνται αναμενώμενες συμπεριφορές διότι χρησιμοποιούνται ως μέσο εξερεύνησης του περιβάλλοντος και ως προσπάθεια ανταπόκρισης στη πληθώρα ερεθισμάτων που δέχονται καθημερινά. Επομένως η παρορμητικότητα, η ανυπομονησία, η ζωηράδα και η μεταπήδηση από τη μια δραστηριότητα στην άλλη είναι φυσιολογικές συμπεριφορές ιδιαίτερα στην προσχολική ηλικία.

Ορισμένα παιδιά όμως ξεπερνούν σε βαθμό και ένταση τα παραπάνω χαρακτηριστικά και διαγιγνώσκονται με ΔΕΠ-Υ (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2006). Από μελέτες προκύπτει ότι η ΔΕΠ-Υ διαφέρει από τη φυσιολογική συμπεριφορά στο βαθμό έντασης που εκδηλώνεται η παρορμητικότητα, κινητικότητα και διάσπαση προσοχής, όχι στη ποιότητα (Λιβανίου, 2004).

Συχνά το μαθησιακό προφίλ και γενικότερα η συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, συγχέεται με αυτό των παιδιών που εκδηλώνουν προβλήματα συμπεριφοράς εξαιτίας εξωγενών καταστάσεων (Λιβανίου, 2004). Το αποτέλεσμα της λανθασμένης εκτίμησης και της λανθασμένης μεταχείρισης έχει δυσμενή επιρροή στη συναισθηματική και στην κοινωνική εξέλιξη των παιδιών (Φλωράτου, 2006). Επομένως η κατανόηση, η μελέτη, η αντιμετώπιση και η αποδοχή της ΔΕΠ-Υ ως ενός ξεχωριστού συνδρόμου αποτελεί ανάγκη τόσο στο εκπαιδευτικό όσο και στο κοινωνικό περιβάλλον αυτών των παιδιών (Λιβανίου, 2004).

Ορισμός

Η ΔΕΠ-Υ ανήκει στις κατηγοριοποιήσιμες Μαθησιακές Δυσκολίες (ΜΔ) οι οποίες έχουν την αιτιολογία τους σε εγγενείς παράγοντες (νευρολογικούς, βιοχημικούς, γενετικούς) και διαρκεί εφόρου ζωής. Περιγράφει παιδιά που έχουν προβλήματα διάσπασης προσοχής και σωματική υπερδραστηριότητα. Θεωρείται κλινικό πρόβλημα με συμπεριφορικές επιπτώσεις και για αυτό το λόγο εμφανίζεται σε πολλά περιβάλλοντα όπως στο σπίτι, στο σχολείο και σε άλλους χώρους (Λιβανίου 2004). Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των παιδιών είναι η απροσεξία, η διάσπαση  προσοχής και η υπερκινητικότητα, τα οποία συμπεριφορικά μεταφράζονται ως ανικανότητα ρύθμισης της συμπεριφοράς (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2006).

Κλινική Εικόνα

Η ΔΕΠ-Υ, είναι μια συμπεριφορική κατάσταση που καθιστά δύσκολη την επικέντρωση ενός ατόμου στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι με ΔΕΠ-Υ έχουν προβλήματα οργάνωσης και διατήρησης προσοχής, δυσκολία στο να δημιουργήσουν ρεαλιστικά σχέδια και στο να σκεφτούν πριν ενεργήσουν.  Συχνά είναι νευρικοί, θορυβώδης και ανίκανοι να προσαρμοστούν σε μεταβαλλόμενες καταστάσεις. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να είναι προκλητικά, κοινωνικά αδέξια και επιθετικά (Αmerican Psychological Association [APA], 2010). Έρευνες δείχνουν ότι συνδέεται με ακαδημαϊκές δυσκολίες και συχνά τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν χαμηλές σχολικές επιδόσεις (Λιβανίου 2004).

Αν και τα άτομα με ΔΕΠ-Υ έχουν φυσιολογική νοημοσύνη, δυσκολεύονται να συμπεριφερθούν και να ανταποκριθούν ανάλογα με τις συνθήκες και τις απαιτήσεις  που προστάζει το περιβάλλον που βρίσκονται. Είναι παιδιά που σε σχέση με τους συνομιλήκους τους παρουσιάζουν έντονη ενεργητικότητα και δραστηριότητα σε βαθμό που ξεπερνά τη φυσιολογική και αναμενόμενη συμπεριφορά της ηλικίας τους. Για παράδειγμα, δε μένουν για πολύ στο ίδιο μέρος και στριφογυρίζουν νευρικά. Επιπλέον, έχουν μειωμένη ικανότητα διατήρηση προσοχής και ενδιαφέροντος με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται ιδιαίτερα στο να είναι συνεπείς σε καθήκοντα ή γνωστικά έργα που απαιτούν αφοσίωση και συγκέντρωση. Πολλές φορές εκδηλώνουν παρορμητική συμπεριφορά όπως το να προβαίνουν σε ενέργειες χωρίς να το σκεφτούν, και ανυπομονησία π.χ. αδυνατούν να περιμένουν τη σειρά τους στην τάξη, στο παιχνίδι, στη συζήτηση (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2006).

Πολλά παιδιά με ΔΕΠ-Υ δυσκολεύονται να δημιουργήσουν σχέσεις και φιλίες με τους συνομιλήκους τους πιθανότατα λόγω της επιθετικότητάς τους και για το ότι προκαλούν εκνευρισμό στους άλλους. Επίσης εκδηλώνουν μη αποδεκτές συμπεριφορές επειδή τείνουν να παρερμηνεύουν τις επιθυμίες και τις προθέσεις των συνομιλήκων και των δασκάλων τους. Αν και γνωρίζουν πως πρέπει να συμπεριφερθούν σε υποθετικές καταστάσεις, δυσκολεύονται στο να κάνουν τη γνώση τους πράξη στη πραγματική τους ζωής. Αυτό έχει επίπτωση τόσο στο οικογενειακό όσο και στο ακαδημαικό και κοινωνικό τους περιβάλλον (Λιβανίου, 2004).

Στη διάρκεια της ανάπτυξης, η ΔΕΠ-Υ συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο για χαμηλή σχολική και ακαδημαική επίδοση, με αποβολές και αλλαγή περιβάλλοντος στο σχολείο, φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις με συνομιλήκους και άτομα της οικογένειας, άγχος και κατάθλιψη, επιθετικότητα, προβλήματα συμπεριφοράς και παραβατικότητα, χρήση ουσιών και κακοποίηση, παραβιάσεις ορίων ταχύτητας και ατυχήματα οδήγησης και στην ενήλικη ζωή με δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις, το γάμο και την επαγγελματική εργασία (Barkley, 1997).

Διάγνωση

Η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ δίνει έμφαση στα προβλήματα του παιδιού σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά, όπως σταθερότητα προσοχής, επίπεδο δραστηριότητας και έλεγχο παρορμητικότητας. Βασίζεται κυρίως στις αναφορές που κάνουν οι γονείς και οι δάσκαλοι των παιδιών διότι δεν υπάρχουν εργαστηριακά τεστ που να προβλέπουν αξιόπιστα τη ΔΕΠ-Υ. Στη βιβλιογραφία υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις στο ποσοστό εμφάνισης της διαταραχής που μπορεί να κυμαίνονται από 1% που είναι το ελάχιστο, στο 20% μεταξύ των παιδιών σχολικής ηλικίας. Αυτή η μεταβλητότητα φαίνεται να εξηγείται κυρίως από τη μεθοδολογία που χρησημοποιείται σε κάθε ερευνητική μελέτη (Polanczyk et al., 2007) και όχι τόσο από τις πραγματικές διαφορές στη συμπεριφορά των παιδιών λόγο διαφορετικής κουλτούρας ή τόπο καταγωγής (Faraone et al., 2003). Επιπλέον, η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ περιπλέκεται λόγο της συννοσυρότητας της με άλλες καταστάσεις όπως μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές συμπεριφοράς και αγχώδεις διαταραχές (Rowland, Lesesne & Abramowitz, 2002).

Τα διαγνωστικά κριτήρια της ΔΕΠ-Υ αναφέρονται στο ICD-10 (1996) – International Classification of Diseases και στο DSM-IV (1994) – Diagnostic and Statistical Manual. Η διάγνωση στηρίζεται στο πλήρες ιστορικό του παιδιού, στην παρατήρηση της συμπεριφοράς του, καθώς επίσης και στη συγκέντωση πληροφοριών από όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα που ασχολούνται με το παιδί όπως οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον (Λιβανίου, 2004).

  Το Μαθησιακό Προφίλ της  ΔΕΠ-Υ – Προβλήματα Συμπεριφοράς

Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ διαφέρουν από τους συμμαθητές τους ως προς την εικόνα τους μέσα στην τάξη. Δείχνουν συχνά αφηρημένα, ότι τεμπελιάζουν, δεν κάθονται στη θέση τους, δεν ολοκληρώνουν εργασίες και καθήκοντα, ενοχλούν και κάνουν θόρυβο, διασπώνται εύκολα, είναι πιο απρόσεχτα, δείχνουν ανοργάνωτα, διακόπτουν τους άλλους και δυσκολεύονται να περιμένουν τη σειρά τους. Η απόδοση τους παρουσιάζει διακυμάνσεις και είναι συνήθως χαμηλότερη από τις γνωστικές τους ικανότητες (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2006).

Οι μαθητές με  ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζονται πολύ συνχνά ως παιδιά με προβλήματα συμπεριφοράς ή/και με ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα. Ο λόγος είναι ότι κάποια παιδιά μπορεί να βιώσουν σε κάποια φάση της ζωής τους καταστάσεις (διαζύγιο γονέων, απώλεια αγαπημένου προσώπου) που να οδηγήσουν σε ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να εκδηλώσουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της ΔΕΠ-Υ. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες παιδιών. Τα παιδιά με προβλήματα συμπεριφοράς και με ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα μπορούν αλλά δε θέλουν να συμμορφωθούν, ενώ τα παιδιά με σύνδρομο ΔΕΠ-Υ δεν μπορούν να συμμορφωθούν παρόλο που το θέλουν (Λιβανίου, 2004).

Τα προβλήματα συμπεριφοράς μπορεί να πηγάζουν από διαφορετικές αιτιολογίες και συνήθως τα παιδιά έχουν ένα λόγο ή ένα σκοπό που θέλουν να επιτύχουν με την αρνητική συμπεριφορά. Ο Ντινκμέγιερ και ο Μακ Κέι (1997) αναλύουν πέντε βασικούς στόχους: αναζήτηση προσοχής (όταν το παιδί δεν μπορεί να προσελκύσει την προσοχή με θετικό τρόπο, καταφεύγει σε ενοχλητικούς), επίδειξη δύναμης (στην προσπάθεια των παιδιών να νιώσουν σημαντικά, προκαλούν την εξουσία και θέλουν να αποκτήσουν έλεγχο), εκδίκηση (όταν δε νιώθουν σημαντικά, φέρονται σκληρά και πληγώνουν τους άλλους), επίδειξη ανικανότητας (το παιδί εμφανίζεται ως ανίκανο, θέλοντας να αποδείξει ότι οι άλλοι δεν πρέπει να περιμένουν τίποτα από αυτό) και παραδοχή από συνομιλήκους (στην ανάγκη τους να ανήκουν σε ομάδα φέρνουν συχνά τους γονείς τους σε αμηχανία π.χ. προκλητικό ντύσιμο).

Από την άλλη πλευρά η ΔΕΠ-Υ οφείλεται σε νευρολογική δυσλειτουργία και είναι κατά βάση κληρονομική. Τα χαρακτηριστικά προβλήματα έχουν αποδοθεί σε χαμηλά επίπεδα δραστηριότητας των νευροδιαβιβαστών στο μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των παρορμήσεων και για τη ρύθμιση με την οποία κατευθύνουμε την προσοχή μας. Επομένως, δεν είναι πρόβλημα κινήτρου, αλλά το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τις αλλαγές της προσοχής, την εκδήλωση των παρορμήσεων και την κινητική δραστηριότητα (Brassett-Harknett & Butler, 2005).

Συνεπώς, η σωστή αντιμετώπιση  της ΔΕΠ-Υ σαν ξεχωριστή διαταραχή είναι πολύ σημαντική διότι μπορεί να υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στο παιδί όταν δεν υπάρχει σωστή διαχείριση του προβλήματος. Τα δευτερογενή προβλήματα συμπεριφοράς που εμφανίζουν τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ, θεωρείται ότι μπορεί να προκαλούνται από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες και επηρεάζονται έντονα από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Οι αρνητικές σχολικές εμπειρίες, η ακαδημαική αποτυχία, η απόρριψη, η απόσυρση και η απογοήτευση στο σχολείο έχουν αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση και στον αυτοσεβασμό του παιδιού και συμμετέχουν στην ανάπτυξη προβληματικών συμπεριφορών που μπορούν πολύ εύκολα να οδηγήσουν σε διαταραχές διαγωγής (Λιβανίου, 2004).

Ελένη Σίγκου για
Parentshelp.gr

Βιβλιογραφία

American Psychological Association (2010). ADHD. http://www.apa.org/topics/adhd/index.aspx  [Accessed 26 September 2010].

Barkley, R. A. (1997). Behavioral  Inhibition,  Sustained Attention,  and Executive Functions:Constructing  a Unifying Theory  of ADHD.  Psychological  Bulletin, 121, 65- 94.

Brassett-Harknett, Α & Butler, Ν. (2005). Attention-deficit/hyperactivity disorder:An overview of the etiology and a review of the literature relating to the correlates and lifecourse outcomes for men and women. Clinical Psychology Review, 1-23.

Faraone, S. V., Sergeant, J., Gillber, C. & Biederman, J. (2003). The worldwide prevalence of ADHD: is it an American condition? World Psychiatry, 2:2, 104-113.

Polanczyk, G., Silva de Lima, M., Bernardo Lessa Horta, B. L., Joseph Biederman, J. & Rohde, L. A. (2007). The Worldwide Prevalence of ADHD: A Systematic Review and Metaregression Analysis. Psychiatry, 164, 942–948.

Rowland, A. S., Lesesne, C. A. & Abramowitz, A. J. (2002). The epimiology of Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder (ADHD): A Public Health View. Mental Retardation and Developmental Disabilities, 8, 162-170.

Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2006). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα: τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός.

Λιβανίου, Ε. (2004). Μαθησιακές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς στην κανονική τάξη. Εκδόσεις Κέδρος.

Ντινκμέγιερ, Ν., Μακ Κέι, Γ. (1997). Σχολείο για γονείς. Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι.

Φλωράτου, Μ. Μ. (2006). Μαθησιακές δυσκολίες και όχι τεμπελιά. Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας.

Post Author: eleni eleni